Π.
Τον κοίταξα κατάματα.Φορούσε κίτρινο, αυτό το χρώμα που ως τώρα το ήξερα το χρώμα του πάθους.
Τα χέρια του δυο κλαδιά, σπασμένα και ξεραμένα. Δεν είχαν δύναμη πια.
Η στάση καμπουριαστή. Κουρασμένο το σώμα λύγισε κάτω από το φορτίο.
Με τι μάτια σε έβλεπα τόσο καιρό?
Απλώς σε κοίταζα μα δεν σε έβλεπα…
Και τώρα, πόσο μικρή νιώθω που αφέθηκα να χαθώ στο γαλάζιο…
Κράτα το χέρι μου. Είμαι εδώ!


